ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΤΗΣ

Από τον κ. Μάνο Στεφανίδη

Επίκουρο καθηγητή της Ιστορίας της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο  Αθηνών

  Πιστεύω ότι υπάρχουν δύο ειδών ζωγραφικές και δύο ειδών ζωγράφοι, υπάρχει η ζωγραφική που γίνεται για διακοσμητικούς λόγους και που αναπαράγει την κυρίαρχη περί ωραίου άποψη της κοινωνίας και η ζωγραφική, η οποία, ερευνώντας μια καινούργια πλαστική γλώσσα, αγωνίζεται να ερμηνεύσει και αν μπορεί ν' αλλάξει το κοικωνικό περιβάλλον που ανέφερα πιο πάνω.

  Όπως επίσης υπάρχουν οι ζωγράφοι-σταρ που ενδιαφέρονται αποκλειστικά για την κοινωνική τους εικόνα και αναπαράγουν ναρκισσιστικά και φορμαλιστικά τα όποια τους αισθητικά κεκτημένα, όπως υπάρχουν και οι ζωγράφοι -εργάτες ή οι ζωγράφοι -αγωνιστές, οι οποίοι έχουν υποτάξει τις προσωπικές τους φιλοδοξίες στην ευρύτερη προσπάθεια της βελτίωσης και της ανόδου ολόκληρου του κοινωνικού σώματος. Επειδή, μάλιστα, είναι ιδιαίτερα αισθητή στη χώρα μας η έλλειψη ουσιαστικής αισθητικής παιδείας, η προσφορά των ανωτέρω καλλιτεχνών είναι ακόμα πιο σημαντική.Γιατί επωμίζονται το διπλό ρόλο του δημιουργού και του δασκάλου.

  Σ' αυτή την κατηγορία ανήκει η Πόπη Σχιζοδήμου που γεννήθηκε στα Μεγάλα Καλύβια Τρικάλων το 1957 και σπούδασε ζωγραφική στο Καλλιτεχνικό Εντευκτήριο Βόλου. Η Πόπη Σχιζοδήμου είναι μέλος του εικαστικού Ομίλου Καρδίτσας από το1986 και πρόεδρός του κατά την περίοδο 1989-1992, όπως επίσης και πρωταγωνίστρια της δημιουργίας Δημοτικής Πινακοθήκης ςτην ίδια πόλη. Έχει πραγματοποιήσει δεκάδες ατομικές και ομαδικές εκθέσεις, ενώ είναι μέλος της ομάδας -ΣΥΝ- στα Εξάρχεια των Αθηνών και συνομιλήτρια του γνωστού ζωγράφου και δασκάλου Θόδωρου Πάντου, τον οποίο θεωρεί μέντοραά της. Είναι τέλος μέλος του ΕΕΤΕ -Εικαστικού Επιμελητηρίου-.

  Πιο συγκεκριμένα η ζωγραφική της Πόπης Σχιζοδήμου, πρωτότυπη και προσωπική, στηρίζεται στην έρευνα και αξιοποίηση καθαρά πλαστικών αξιών και στην ύπαρξη μιας κρυμμένης γεωμετρίας, η οποία συγκρατεί και συγκροτεί τις εικαστικές της συνθέσεις. Ξεκίνησε να δημιουργεί έργα με συμβολικό -ποιητικό περιεχόμενο, αλλά σταδιακά συνειδητοποίησε οτι στη  ζωγραφική έχει περισσότερη σημασία  όχι το τί ζωγραφίζει κανείς, αλλά το πώς και ότι, επίσης, είναι πιο σημαντικό να υποβάλει κανείς την ατμόσφαιρα, την αύρα ενός πράγματος σχηματοποιώντας το, παρά να επιμένει στην ρεαλιστική- φωτογραφική αναπαράστασή του.

  Ετσι την τελευταία δεκαετία ο προβληματισμός της επικεντρώνεται α. στην ανθρώπινη φιγούρα, η οποία περικλείει όλο το δράμα αλλά και το θρίαμβο της ιστορίας μας πάνω στη γη, β. στις προσωπογραφίες τις οποίες αντιμετωπίζει , ως<< τοπία ψυχής>> και γ. στην απόδοση της φύσης, μιας μάνας που όσο αυτή μας σκέπει και μας προστατεύει, άλλο τόσο εμείς την πληγώνουμε και την καταστρέφουμε.

  Εξ όλων αυτών συνάγεται οτι η ζωγραφική της Πόπης Σχιζοδήμου έχει βαθιά ουμανιστικό χαρακτήρα και καταπιάνεται με τις ασήμαντες λεπτομέριες της καθημερινότητας, ακριβώς για να τις αναδείξει υπό ένα διαφορετικό φψς, σαν αποδείξεις της αξίας που έχει η ζωή με οποιεσδήποτε συνθήκες. Υπό την έννοια αυτή η ζωγράφος με τις προσπάθειες και την ερευνά της αποτίει φόρο τιμής στη μεγάλη πολιτιστική παράδοση της ζωγραφικής ως μήτρας και τροφού της <<εννοηματωμένης εικόνας>>. Δηλαδή της εικόνας- συμβόλου της οπτικής μας κουλτούρας.

  Δηλαδή η Πόπη Σχιζοδήμου υπερασπίζεται το δικαίωμα του προσωπικού βλέμματος και την τιμή μιας ιθαγενούς - εντόπιας παράδοσης, η οποία αντιστρατεύεται στην ισοπεδωτική  λογική της παγκοσμιοποίησης, εφόσον η ζωγραφική, ως μια δύναμη απο τα παλιά που μπορεί ακόμα να αντιστεκέται, διεκδικεί την αθανασία των προσώπων και των πραγμάτων, υπερασπιζόμενη την τιμή και την πνευματική τους αξιοπρέπεια. Κατ' ουσίαν μια εικόνα , μια ζωγραφιά, όπως ενα κείμενο ή ένα ποίημα παραμένουν σταθερά το διαβατήριό μας για την αθανασία. Ειναι το μόνο που μας χαρίστικε, όταν οι ζηλόφθονοι θεοί μας καταδίκασαν στη θνητότητα.

  Και αν σήμερα αντιμετωπίζουμε κρίση της ζωγραφικής - αλλά και γενικότερα κρίση της τέχνης - τούτο κυρίως οφείλεται στην κρίση του βλέμματος ή μάλλον στην απουσία του ζωοποιού βλέμματος πάνω στα πράγματα.

  Γι αυτό εξ άλλου και καταδικάζουμε τη ζωγραφική της διακόσμησης. Γιατί απεμπολεί τον τρόμο του ιερού και την ιερότητα του σώματος.Γι αυτό και αποκηρύσσουμε εκείνη τη ζωγραφική που ντρέπεται για το σώμα της και κρύβεται πίσω από αφηρημένα τρικ ή παιχνίδια οφθαλμαπάτης Γι αυτό ζητάμε μια αγωνιστική ζωγραφική που να αποκαλύπτει. Οχι τόσο το ορατό όσο το αόρατο.